Η Ιωάννα Λαγουμίδου είναι Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

 

Εχει περαιτέρω εξειδίκευση στην Τραπεζική Διαμεσολάβηση και στην OnLine Dispute Resolution (ODR).

 

Συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και στον κατάλογο των διαμεσολαβητών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών.

Εχοντας ήδη αποφοιτήσει από το μεταπτυχιακό του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών για Διαπραγματεύσεις, (Diploma in Negotiations) έχει αποκτήσει ιδιαίτερες δεξιότητες, αναγκαίες για επιτυχείς διαμεσολαβήσεις. Εχει παρακολουθήσει πληθώρα σεμιναρίων σχετικών με την διαμεσολάβηση. Οι νομικές της γνώσεις και η πολυετής δικηγορική εμπειρία της, αποτελούν εγγύηση για επιτυχημένες διαμεσολαβήσεις.

 

Τι είναι η Διαμεσολάβηση

Με το Νόμο 3898/2010 ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2008/52/ΕΚ «για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και εισάγεται στη χώρα μας ο θεσμός της διαμεσολάβησης.

 

Η διαμεσολάβηση αποτελεί νέο θεσμό στη χώρα μας, αλλά μία “λύση πολιτισμού” όσον αφορά την επίλυση διαφορών. Χωρίς δικαστήριο μπορεί να επιλυθεί μία ιδιωτική διαφορά. Πριν την έναρξη δίκης ή κατά την διάρκεια αυτής. Τα μέρη που έχουν την διαφορά απευθύνονται στον διαμεσολαβητή, ο οποίος μέσα από μια διαρθρωμένη διαδικασία, βοηθά τα μέρη να βρουν την λύση στην διαφορά τους, αλλά και να επεκτείνουν ακόμη περισσότερο την σχέση τους, εάν επιθυμούν, ξεκινώντας μια νέα σχέση εμπορική, επιχειρηματική ή εξομαλύνοντας σε όλη την έκτασή τους οικογενειακές διαφορές ή εργασιακές διαφορές.

 

Ποια είναι η ισχύς της συμφωνίας;
Όταν η διαδικασία καταλήξει σε αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία, ο Διαμεσολαβητής την αποτυπώνει εγγράφως -και αφού την υπογράψουν και τα δύο μέρη- με επιμέλεια οποιουδήποτε από τα μέρη το πρακτικό κατατίθεται στο πρωτοδικείο της περιοχής όπου έγινε η Διαμεσολάβηση. Έτσι, η συμφωνία αυτή μετατρέπεται άμεσα σε Εκτελεστό Τίτλο. Αυτό αποτελεί ένα από τα βασικότερα πλεονεκτήματα της διαμεσολάβησης σε σχέση με τους άλλους τρόπους επίλυσης διαφορών (δικαστήρια, διαιτησία).

 

Το κόστος της διαδικασίας διαμεσολάβησης είναι εξαιρετικά χαμηλότερο από τα κόστη του αντίστοιχου δικαστικού αγώνα και ο χρόνος που απαιτείται, είναι μερικές ώρες ή λίγες ημέρες για να επιλυθεί κάθε διαφορά με διαμεσολάβηση.

 

Η  Διαμεσολάβηση μπορεί να προβλεφθεί με ειδική ρήτρα στις συμβάσεις.

«Κάθε διαφορά που σχετίζεται με την παρούσα σύμβαση (ενδεικτικά ως προς το κύρος, την ερμηνεία, την εκτέλεση ή την μη εκτέλεση, την διακοπή ή την ακύρωση αυτής κλπ) ή σε περίπτωση που τα μέρη αδυνατούν να καταλήξουν σε συμφωνία, η διαφορά αυτή παραπέμπεται προς επίλυση μέσω της Διαμεσολάβησης».

 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ
Οικογενειακές διαφορές που υπάγονται σε διαμεσολάβηση, ενδεικτικά είναι:

Α) διατροφή
Β) αποκτήματα γάμου, περιουσιακές διαφορές
Γ) ρύθμιση οικογενειακής στέγης
Δ) θέματα σχετικά με την κοινοκτημοσύνη

Η διαμεσολάβηση αποτελεί την χρυσή λύση για την επίλυση των διαφορών με λύση που θα είναι η απόφαση των μερών κι όχι λύση που τους επιβλήθηκε από τρίτο πρόσωπο.

Αλλά και για εκείνες τις οικογενειακές διαφορές που δεν επιδέχονται οριστική λύση με διαμεσολάβηση (όπως η λύση του γάμου καθ’ αυτήν), η διαδικασία αυτή μέσω της εγγύησης της ουδετερότητας του διαμεσολαβητή, αλλά και του απορρήτου αυτής, αποτελεί την γεφύρωση των μερών και την δημιουργία κλίματος που θα οδηγήσει σε “βελούδινη” διακαστική διαδικασία.

Η οικογενειακή διαμεσολάβηση, διεξάγεται σε μέρος ουδέτερο ως προς τα μέρη, συνήθως σε 2-4 συναντήσεις (συνεδρίες) που απέχουν τουλάχιστον μία εβδομάδα η μία από την άλλη. Η διάρκεια κάθε συνάντησης διαρκεί περίπου 2 ώρες, με κοινές και κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τον διαμεσολαβητή. Χαρακτηριστικό της οικογενειακής διαμεσολάβησης είναι ότι σε αυτήν έχουμε περισσότερες κοινές συναντήσεις και λιγότερες κατ’ ιδίαν. Τα μέρη μέσω της διαμεσολάβησης και με την βοήθεια του διαμεσολαβητή, βοηθούνται να δουν όχι τα σημεία που τους χωρίζουν με τον/την πρώην σύζυγο, αλλά τις ανάγκες των παιδιών τους.

Στις διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές (μικτοί γάμοι, παράνομη κατακράτηση παιδιού σε άλλη χώρα, απαγωγή παιδιού) που επιχειρείται η λύση τους με την διαμεσολάβηση αυτή γίνεται εφικτή χάρη στην νομοθετική βάση α)του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙ : 2201/2003 αρθρο 55, παραγραφος 2 , στοιχείο ε’ και β)της Σύμβασης της Χάγης 1980 (αρθρο 7, παρ. 2, στοιχείο γ’) που προβλέπουν και ενισχύουν την διασυνοριακή συνεργασάι των αρχών για “την σύναψη συμφωνιών μεταξύ δικαιούχων γονικής μέριμνας προσφεύγοντας στην μεσολάβηση…”.